Βυθισμένος στο φρέσκο χιόνι μέχρι την μέση, μέσα σε μια πηχτή αδιαπέραστη λευκή ομίχλη, με μαύρες κεφαλές βράχων να εξέχουν, σπαρμένες στην πλαγιά του Πελινναίου, βουβές και παγωμένες, θυμάμαι τις συμβουλές του πρώτου έλληνα που πάτησε στην κορφή του Έβερεστ και είχα την τύχη να τον ακούσω σε μια σχολή βουνού. «Μην υποτιμάτε ποτέ οποιοδήποτε βουνό. Οι συχνότερες ιστορίες επιβίωσης έχουν γραφτεί μερικά χιλιόμετρα, από ένα κοντινό χωριό η πόλη».

 

 

Κι εγώ υποτιμώντας τον Έδελο και το Πελινναίο τις ψηλότερες δίδυμες κορφές της Χίου, πληρώνω τώρα το τίμημα. Λάθος παπούτσια, που μούλιασαν από την πολύωρη πεζοπορία, βάζοντας μέσα χιόνι που έλιωσε και πάγωσε ξανά, κάνοντας τα νύχια των ποδιών μου να πονούν αφόρητα σε κάθε βήμα. Λάθος παντελόνι, που στα μπατζάκια εκεί που καταλήγει στα παπούτσια, συσσωρεύει χιόνι στο εσωτερικό του, που μετατρέπεται καθώς περπατώ, σε μεγάλες παγωμένες μπάλες, που με δυσκολεύουν σαν τον κατάδικο στο περπάτημα. Λάθος η πρωινή νωθρή σκέψη να μην πάρω μαζί μου γκέτες, καθώς φανταζόμουνα την εξόρμηση «μια βολτούλα σε πέντε πόντους χιόνι». Και το σημαντικότερο από όλα το λάθος να παραλείψω να πάρω γάντια, νιώθοντας τώρα τα χέρια μου σχεδόν να νεκρώνονται από το κρύο, αναγκάζοντας με να τα χώνω διαρκώς στις τσέπες, αδυνατώντας να πιάσω τα μπαστούνια μου, που χωρίς αυτά νιώθω ανάπηρος.

 

 

Η πορεία βέβαια άρχισε με τελείως διαφορετικές συνθήκες. Ξεκινήσαμε με το αμφίβολο φως του χειμωνιάτικου πρωινού, κινούμενοι σε ένα μονοπάτι που διέσχιζε ένα ναρκωμένο, από το χειμώνα, δάσος. Στα πρώτα βήματα πατήσαμε μαλακά κι ευχάριστα σε ένα καστανοκόκκινο στρώμα βρεμένων, γυαλιστερών φρύγανων, που μας υποδέχτηκε σαν παχύ χαλί. Οι κορμοί των περισσότερων νεαρών δέντρων στέκονταν λεπτοί και ίσιοι παραταγμένοι σαν μακεδονικές σάρισες, συναγωνιζόμενοι μεταξύ τους για μια καλύτερη θέση στον ήλιο. Ανάμεσά τους γέρικα αιωνόβια πεύκα με μαύρες αδρές καμπουριαστές ράχες, ράθυμα προϊστορικά θηρία, μας κοίταξαν αμίλητα, που διαταράσσαμε την ησυχία τους. Πράσινα θαλερά κυκλάμινα στρωμένα στα πόδια τους, στα ξέφωτα αγωνίζονταν να φυτρώσουν αραιές ξινήθρες. Κάποια δέντρα ξεραμένα μα όρθια ακόμα, με λείους κορμούς, πασπαλισμένα με το βραδινό χιόνι, έστεκαν με κλαδιά που προεξείχαν σαν άσπρα φτερά έτοιμα να πετάξουν.

 

 

Μυρίζαμε τους αποσυντιθέμενους νεκρούς κορμούς που κείτονταν στη μουχλιασμένη γη και διακρίναμε τις κεφαλές πολύχρωμων μανιταριών που φούσκωναν, κάτω από τον πέπλο των φρύγανων, προβάλλοντας μυστικά τα καπέλα τους. Ο μόνος ήχος που διακρίνονταν αχνά με διακοπές, πέρα μακριά στο δρόμο που ξεκινήσαμε, ήταν του ρέματος που κυλούσε το παγωμένο νερό του και τον μπέρδευες κάποιες στιγμές με το ήχο κάποιων παροδικών πνοών αέρα στις κορφές των πεύκων. Η επιβλητική ησυχία μαζί με το ημίφως που περνούσε με δυσκολία μέσα από τα κλαδιά των πεύκων μας έκανε να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στο εσωτερικό ενός εγκαταλειμμένου και ψυχρού ναού με τις κολώνες των δέντρων υψωμένες μέχρι το μελανό θόλο του, που έστεκε ακίνητος και συλλογισμένος. Σε λίγο και καθώς το έδαφος άρχισε να στρώνεται από το πρώτο χιόνι, διακρίναμε κάποια ίχνη που μα έκαναν να αναρωτηθούμε για το πλάσμα που τα άφησε. Μαζί με τον ήχο του τριξίματος του χιονιού στις μπότες μας, τα μυστηριώδη χνάρια μας συνόδευσαν σχεδόν σε όλο το μήκος της διαδρομής, μέχρι την πρώτη κορυφή. Κατόπιν χάθηκαν μυστηριωδώς όπως αρχικά εμφανίστηκαν.

 

 

Η πρώτη μας στάση στον πυρήνα του χιονισμένου ελατοδάσους, ενός ονειροπόλου δασκάλου, μια παράδοξη όαση αλπικού τοπίου, μέσα στην γηγενή, άγρια, ανθεκτική και κοντόκορμη, βλάστηση του χιώτικου βουνού. Υπολείμματα μιας παλιάς περίφραξης με ξύλινους στύλους και συρμάτινα κομμάτια που κρέμονταν θλιβερά πάνω τους σήμαιναν τον αρχικό κλοιό που φυτεύτηκαν. Τα έλατα αμυνόμενα στον κύκλο τους, όπως οι εξερευνητές της άγριας δύσης, δεν έκαναν βήμα να απλωθούν, φοβούμενα λες τους αυτόχθονες ινδιάνους.

 

 

Στρέψαμε τα κεφάλια ψηλά, κοιτώντας στην κατεύθυνση της πρώτης κορφής, του Έδελου και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την κόψη του μικρού αδελφού του Πελινναίου. Τούτο το βουνό με το δυσοίωνο συνειρμό στο άκουσμά του, έχει χαρακτήρα αψύ, δύσθυμο, κακότροπο, έτσι απομονωμένο που στέκει, αφού όλοι συνήθως επισκέπτονται το μεγάλο του αδελφό. Η κορφή του είναι εκτεθειμένη και στενάχωρη, μερικοί βράχοι όρθιοι και άγριοι ίσα να σταθείς για λίγο και να κοιτάξεις την όμορφη θέα και μετά βιαστικά κατεβαίνεις σαν κάποιος επίμονα να σε απωθεί.

Αυτά όταν ο καιρός είναι καλός. Εμείς όμως όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, καταλάβαμε ότι οι συνθήκες θα ήταν πολύ διαφορετικές. Το ύψος του χιονιού πάνω στην κόψη άρχισε συνεχώς να μεγαλώνει φτάνοντας συχνά μέχρι τις κνήμες.

 

 

Αν αποφάσιζες να κινηθείς στα βράχια από την εκτεθειμένη πλευρά για να αποφύγεις τα βουλιάγματα, σε σάρωνε σαν σκουπιδάκι ένας τρομακτικός συμπαγής παγωμένος αέρας, που λες και παραφύλαγε πίσω από την πλαγιά να ξεπροβάλλεις για να σε χτυπήσει. Αν πάλι αποφάσιζες να κινηθείς στην μπάσα πλευρά βούλιαζες στο χιόνι και σερνόσουν με εξαντλητικό κόπο για να κάνεις μερικά βήματα. Οι πρώτες σκέψεις για εγκατάλειψη έκαναν την εμφάνισή τους, αλλά βλέποντας την αποφασιστικότητα του Γ. εξακολούθησα την ανάβαση απροετοίμαστος και έκπληκτος για τις συνθήκες που τόσο ξαφνικά άλλαξαν.

 

 

Φτάνοντας στα ψηλά με την καρδιά να βροντολογάει στο στήθος, μια μίνι σε διάρκεια, άλλα όχι σε ένταση χιονοθύελλα μας καλωσόρισε. Ο ξαφνικός αέρας ήταν τόσο δυνατός που παρασέρνοντας νιφάδες χιονιού, σφαιρικές και σκληρές σαν ρύζι μας τρυπούσε τα πρόσωπα σαν χιλιάδες μικροσκοπικές βελόνες, αναγκάζοντάς μας να κρατάμε σκυμμένα τα κεφάλια και κλειστά τα μάτια μας. Η ορατότητα άμεσα μηδενίστηκε, βουλιάξαμε σε ένα γκριζόασπρο σύννεφο, χάνοντας κάθε αίσθηση προσανατολισμού.

 

 

Ο Γ. φτάνοντας σχεδόν ψηλαφητά πρώτος στην κορφή, στάθηκε σε ένα βράχο ουρλιάζοντας μέσα στην μανία του αέρα και του χιονιού με τις φωνές του να χωνεύονται στη βουή της ξαφνικής ανεμοθύελλας. Ήταν σαν να δόθηκε το σύνθημα. Ο Έδελος, ο ζοφερός, χιονώδης, λυσίκομος γέροντας, έξαλλος με την παρουσία μας, ξέσπασε με βρυχηθμούς και μουγκρητά εξαπολύοντας τις λυσσασμένες κατάρες του, που σχεδόν τις ακούγαμε. Φρενιασμένος γύρευε τρόπο να μας αποτινάξει από τη μυτερή ορθωμένη χαίτη του, όπως ένα άγριο ανεξημέρωτο άλογο τον ανεπιθύμητο αναβάτη του, εμάς που ταράξαμε την γαλήνη του την πιο μυστική στιγμή. Ένα πελώριο στόμα άνοιξε κατά πάνω μας και νιώσαμε την παγωμένη του ανάσα σαν φωτιά να απλώνεται στα πρόσωπά μας. Κι όλα αυτά στην Χίο.

Αναγκαστικά υποκλιθήκαμε υποχωρώντας βιαστικά στην τρομακτική δύναμη, συνεχίζοντας την πορεία γυρίζοντας τα νώτα μας στην αφιλόξενη κορφή, κατευθυνόμενοι στο διάσελο, που σαν γέφυρα οδηγεί στην βάση του κώνου της κορφής του Πελλιναίου. Οι συνθήκες εκεί λίγο καλυτέρεψαν, αφού η δύναμη του αέρα εξασθένησε, η χιονόπτωση σταμάτησε, όμως η ορατότητα παρέμενε πολύ μικρή και το κρύο ανυπόφορο.

 

 

Αποπροσανατολισμένοι χάσαμε κάποια στιγμή το δρόμο, όμως γρήγορα, βοηθούντος κι ενός λιγόλεπτου ανοίγματος του καιρού, καταλάβαμε που βρισκόμαστε. Στην βάση της κορφής του Πελινναίου, του μεγάλου αδελφού, θέλοντας να πάρουμε δύναμη για την τελική προσπάθεια δοκιμάσαμε να μασήσουμε παστελαριές, σκληρές σαν ξύλο από το κρύο μαζί με λίγη σοκολάτα και μερικές γουλιές νερό.

 

 

Ανάβαση πάλι σε πυκνή ομίχλη, ξανά αποπροσανατολισμένοι, όμως εδώ το χιόνι ήταν βαθύτερο, κρίνοντας από το ύψος των μπαστουνιών (σε κάποια σημεία υπολογίζω ότι έφτανε μέχρι το ενάμιση μέτρο). Βρίσκομαι λοιπόν μέχρι τη μέση στο χιόνι, κοιτώντας το Γ. να πέφτει στα τέσσερα λόγω κλίσης, αλλά και για να αποφεύγει να βυθίζεται, γονυπετώντας, έρποντας σχεδόν, όπως οι προσκυνητές της Τήνου, για να φτάσει στην πολυπόθητη κορφή. Εγώ επιμένω όρθιος βουτώντας ξανά και ξανά στο άσπρο ατελείωτο έλος, με τα αποθέματα της δύναμης και της υπομονής μου να εξαντλούνται. Προτείνω μια έντιμη υποχώρηση αλλά ο Γ. είναι ανένδοτος.

 

 

Μετά από μισή περίπου ώρα συρσιμάτων, βουλιαγμάτων και άφθονων σιχτιρισμάτων, ο Γ. επιτέλους μου δείχνει να προβάλλει ψηλά, κάθετα σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας, η σκοτεινή φιγούρα του αλυσοδεμένου εξωκλησιού της κορφής. Με την τελευταία ικμάδα δύναμης και το θάρρος μου αναζωπυρωμένο, φτάνω στην πόρτα, μα βλέπω με απογοήτευση το σύρτη συσσωματωμένο από τον πάγο πάνω στη χοντρή λαμαρίνα. Αδύνατο να κινηθεί ούτε εκατοστό. Βλέποντας την προοπτική, έστω κι ενός μικρού διαλλείματος σε «ζεστό» περιβάλλον να χάνεται, αρχίζω να κλωτσώ με απεγνωσμένη λύσσα το σύρτη, που ως δια μαγείας απελευθερώνεται από τον πάγο, που πέφτει κομμάτια από πάνω του. Ανοίγουμε την πόρτα.

 

 

Με έναν αναπτήρα που παράγει μια υποψία φλόγας καταφέρνουμε να ανάψουμε όσα παγωμένα κεριά βρίσκουμε μπροστά μας, απολαμβάνοντας την ψευδαίσθηση μιας θαλπωρής. Έξω ο αέρας ουρλιάζει, ενώ εμείς βγάζουμε τα μουσκεμένα παπούτσια και κάλτσες, παρακαλώντας να μην πάθουμε κάποιο κρυοπάγημα. Οι ματιές μας συναντιούνται στο ημίφως των κεριών. Χαμογελάμε.

 

 

Μασουλάμε ξερά σύκα κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα, σχεδιάζοντας την κατάβαση.

 

 

Κοσμάς Τσόλας