Ξεχειμωνιό στου καλογέρου τη σπηλιά

Η ΣΤΑΥΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΑΚΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ  ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΧΑΡΑΗ

Η ΣΤΑΥΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΑΚΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ  ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΧΑΡΑΗ

Η ΣΤΑΥΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΑΚΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ  ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΧΑΡΑΗ

Η ΣΤΑΥΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΑΚΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ  ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ ΧΑΡΑΗ

Δέκα χρονών ήταν η Σταυρινή το 1972, όταν πήγε για πρώτη φορά με την οικογένειά της και τα ζώα τους να ξεχειμωνιάσουν στους Βολάκκους, μια απομονωμένη και δύσβατη περιοχή, στα ανατολικά των Δοτίων, λίγα μέτρα από τη θάλασσα. Εκεί, μέσα και έξω από μια μικρή σπηλιά, διαδραματίστηκε η πιο εξωπραγματική ιστορία από όσες μου έχει διηγηθεί κατά καιρούς.

«Ένα βράδυ καθόμασταν έξω από τη σπηλιά και η αδερφή μου η Μέρπα παρατήρησε ένα αστέρι πάνω σε ένα βράχο» θυμάται η Σταυρινή. «Ήταν σαν τα αστέρια που βλέπεις στον ουρανό». Το άλλο πρωί η Μέρπα είπε στον πατέρα της για το ανεξήγητο φως. Ο πατέρας, σαν να ήθελε να αποφύγει την κουβέντα, είπε στα παιδιά: «Εν ήταν τίποτε μωρέ. Ο Αντωνάς θα ήτανε και θα ήθελε να σας πειράξει».

Δέκα χρονών ήταν η Σταυρινή το 1972, όταν πήγε για πρώτη φορά με την οικογένειά της και τα ζώα τους να ξεχειμωνιάσουν στους Βολάκκους, μια απομονωμένη και δύσβατη περιοχή, στα ανατολικά των Δοτίων, λίγα μέτρα από τη θάλασσα. Εκεί, μέσα και έξω από μια μικρή σπηλιά, διαδραματίστηκε η πιο εξωπραγματική ιστορία από όσες μου έχει διηγηθεί κατά καιρούς.

«Ένα βράδυ καθόμασταν έξω από τη σπηλιά και η αδερφή μου η Μέρπα παρατήρησε ένα αστέρι πάνω σε ένα βράχο» θυμάται η Σταυρινή. «Ήταν σαν τα αστέρια που βλέπεις στον ουρανό». Το άλλο πρωί η Μέρπα είπε στον πατέρα της για το ανεξήγητο φως. Ο πατέρας, σαν να ήθελε να αποφύγει την κουβέντα, είπε στα παιδιά: «Εν ήταν τίποτε μωρέ. Ο Αντωνάς θα ήτανε και θα ήθελε να σας πειράξει».

📷 Η περιοχή των Βολάκκων. Στο βάθος η βραχονησίδα Βενέτικο.

Ένα άλλο βράδυ, ενώ μαγείρευε η Μέρπα μες τη σπηλιά, παρατήρησε πάλι ένα φως, «σαν την κεφαλή του σπίρτου». «Μπαμπά, εκειδά βλέπω ένα μικρό φωτάκι», ο πατέρας όμως πάλι ήταν καθησυχαστικός «Φως του ήλιου είναι και μπαίνει από μια χαραμάδα». Νύχτωσε όμως και στα μάτια των παιδιών το μικρό φως ήταν ακόμα εκεί. «Βρε μπαμπά, ο ήλιος ήπεσε, αλλά εκείνο ακόμα φαίνεται».

Μερικά χρόνια αργότερα η Σταυρινή κατεβαίνει για τελευταία φορά στους Βολάκκους. Δεκαεφτά Γενάρη, του Αγίου Αντωνίου, δεν ένιωθε καλά. «Είχα ζαλάδα, μάλλον είχα κρυώσει. Λέει ο πατέρας μου “έλα να ριφοδόκουμε και μετά εσύ θα κάτσεις εδώ. Δεν θα μπεις όμως μέσα στη σπηλιά, θα μείνεις απέξω”». Παραξενεύτηκε η Σταυρινή με την περίεργη απαίτηση του κύρη της, αλλά συμβιβάστηκε. «Είχε μια πέτρα απέξω, σαν πεζούλα, παίρνω τη χλαίνη και πέφτω πάνω στη πέτρα. Εκυλούσα, αλλά τέλος πάντων μέσα δεν ήμπα. Δεν επονηρεύτηκα όμως. Ήμουν δεκαπέντε χρονών. Μετά που μεγάλωσα και παντρεύτηκα, τον ερώτησα και μου είπε γιατί δεν ήθελε να μείνω μονάχη μου μέσα στη σπηλιά».

Σε μια επίσκεψή του στο Πυργί για τις απαραίτητες προμήθειες, ο πατέρας της Σταυρινής συνάντησε τον τότε πάρεδρο της κοινότητας Γιάννη Σιωράκη. «Βρε Γιάννη, τα παιδιά μου λένε ότι βλέπουνε ένα φως απόξω απ’ τη σπηλιά και ένα μικρό φωτάκι μέσα». «Μάρκο, θα στο πω, αλλά μην το πεις στα παιδιά σου για να μην τα φοβερίσεις» απάντησε εκείνος.

Ένα άλλο βράδυ, ενώ μαγείρευε η Μέρπα μες τη σπηλιά, παρατήρησε πάλι ένα φως, «σαν την κεφαλή του σπίρτου». «Μπαμπά, εκειδά βλέπω ένα μικρό φωτάκι», ο πατέρας όμως πάλι ήταν καθησυχαστικός «Φως του ήλιου είναι και μπαίνει από μια χαραμάδα». Νύχτωσε όμως και στα μάτια των παιδιών το μικρό φως ήταν ακόμα εκεί. «Βρε μπαμπά, ο ήλιος ήπεσε, αλλά εκείνο ακόμα φαίνεται».

Μερικά χρόνια αργότερα η Σταυρινή κατεβαίνει για τελευταία φορά στους Βολάκκους. Δεκαεφτά Γενάρη, του Αγίου Αντωνίου, δεν ένιωθε καλά. «Είχα ζαλάδα, μάλλον είχα κρυώσει. Λέει ο πατέρας μου “έλα να ριφοδόκουμε και μετά εσύ θα κάτσεις εδώ. Δεν θα μπεις όμως μέσα στη σπηλιά, θα μείνεις απέξω”». Παραξενεύτηκε η Σταυρινή με την περίεργη απαίτηση του κύρη της, αλλά συμβιβάστηκε. «Είχε μια πέτρα απέξω, σαν πεζούλα, παίρνω τη χλαίνη και πέφτω πάνω στη πέτρα. Εκυλούσα, αλλά τέλος πάντων μέσα δεν ήμπα. Δεν επονηρεύτηκα όμως. Ήμουν δεκαπέντε χρονών. Μετά που μεγάλωσα και παντρεύτηκα, τον ερώτησα και μου είπε γιατί δεν ήθελε να μείνω μονάχη μου μέσα στη σπηλιά».

Σε μια επίσκεψή του στο Πυργί για τις απαραίτητες προμήθειες, ο πατέρας της Σταυρινής συνάντησε τον τότε πάρεδρο της κοινότητας Γιάννη Σιωράκη. «Βρε Γιάννη, τα παιδιά μου λένε ότι βλέπουνε ένα φως απόξω απ’ τη σπηλιά και ένα μικρό φωτάκι μέσα». «Μάρκο, θα στο πω, αλλά μην το πεις στα παιδιά σου για να μην τα φοβερίσεις» απάντησε εκείνος.

📷 Του καλογέρου η σπηλιά. Έχει γκρεμιστεί τμήμα της ξερολιθιάς.

«Στη σπηλιά που κοιμόσαστε έμενε παλιά ένας καλόγερος. Εκεί ασκήτεψε, εκεί πέθανε. Καθότανε επάνω στην εμπασιά, ήκοβε πρίνους και έκανε κουταλοπίρουνα και κομπολόγια. Οι χωριανοί που πηγαίνανε στον Άνω Κάμπο τού πηγαίνανε φαγητό, και για να τους ανταποδώσει, τους έδινε κάτι ξύλινο. Του είχανε πάει την ημέρα του Πάσχα τηγανητά αβγά, αλλά εκείνος δεν τα ‘φαγε και τα ‘δώσε πίσω. Κρατούσε μόνο λάδι, ψωμί και όσπρια. Μια μέρα επήγανε κάτι ανθρώποι, δεν τον βρήκαν στην εμπασιά και κατεβήκαν κάτω στη σπηλιά του. Τον βρήκαν μπρούμυτα πεθαμένο, πρέπει να είχε βρωμίσει και του είχανε φάει οι ποντικοί τα μάτια. Είχε ένα βιβλίο κάτω από την κοιλιά του. Όταν τον εμπατάρανε, είδανε το βιβλίο. Απέξω έγραφε “Καταραμένος να ‘ναι ο λάρυγγάς του, όποιος το διαβάσει το βιβλίο αυτό“. Φεύγει ο άνθρωπος που τον ήβρε νεκρό, πάει στο χωριό και τότε ο παππάς του χωριού και άλλοι χωριανοί επήγανε και τον εθάψανε. Ο παπάς μόλις είδε το βιβλίο, είπε να το θάψουνε μαζί με κείνον, για να μην το διαβάσει κανείς. Τον εθάψανε απέξω από τη σπηλιά, στο πευκαρούδι, μαζί με το βιβλίο».

Παλιά χρόνια, παλιοί μυαλά, άνθρωποι δέσμιοι προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών. Σήμερα είναι ελάχιστοι αυτοί που έχουν έστω ακούσει για τον καλόγερο Χαραή που ασκήτεψε στα τέλη του 19ου αιώνα στους Βολάκκους. Ρωτώντας στο Πυργί και στα Μαύρα Βόλια, εντοπίσαμε μόνο τον Μιχάλη Κουτουβό, να θυμάται κάποια πράγματα για τον καλόγερο, όπως του τα είχε μεταφέρει ο Στέφανος Μπρης. «Όταν ο παππούς μου ήταν παιδί, ζούσε σε μια σπηλιά στους Βολάκκους ο ασκητής Χαραής. Αυτός φοέριζε τα μικρά παιδιά».

«Στη σπηλιά που κοιμόσαστε έμενε παλιά ένας καλόγερος. Εκεί ασκήτεψε, εκεί πέθανε. Καθότανε επάνω στην εμπασιά, ήκοβε πρίνους και έκανε κουταλοπίρουνα και κομπολόγια. Οι χωριανοί που πηγαίνανε στον Άνω Κάμπο τού πηγαίνανε φαγητό, και για να τους ανταποδώσει, τους έδινε κάτι ξύλινο. Του είχανε πάει την ημέρα του Πάσχα τηγανητά αβγά, αλλά εκείνος δεν τα ‘φαγε και τα ‘δώσε πίσω. Κρατούσε μόνο λάδι, ψωμί και όσπρια. Μια μέρα επήγανε κάτι ανθρώποι, δεν τον βρήκαν στην εμπασιά και κατεβήκαν κάτω στη σπηλιά του. Τον βρήκαν μπρούμυτα πεθαμένο, πρέπει να είχε βρωμίσει και του είχανε φάει οι ποντικοί τα μάτια. Είχε ένα βιβλίο κάτω από την κοιλιά του. Όταν τον εμπατάρανε, είδανε το βιβλίο. Απέξω έγραφε “Καταραμένος να ‘ναι ο λάρυγγάς του, όποιος το διαβάσει το βιβλίο αυτό“. Φεύγει ο άνθρωπος που τον ήβρε νεκρό, πάει στο χωριό και τότε ο παππάς του χωριού και άλλοι χωριανοί επήγανε και τον εθάψανε. Ο παπάς μόλις είδε το βιβλίο, είπε να το θάψουνε μαζί με κείνον, για να μην το διαβάσει κανείς. Τον εθάψανε απέξω από τη σπηλιά, στο πευκαρούδι, μαζί με το βιβλίο».

Παλιά χρόνια, παλιοί μυαλά, άνθρωποι δέσμιοι προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών. Σήμερα είναι ελάχιστοι αυτοί που έχουν έστω ακούσει για τον καλόγερο Χαραή που ασκήτεψε στα τέλη του 19ου αιώνα στους Βολάκκους. Ρωτώντας στο Πυργί και στα Μαύρα Βόλια, εντοπίσαμε μόνο τον Μιχάλη Κουτουβό, να θυμάται κάποια πράγματα για τον καλόγερο, όπως του τα είχε μεταφέρει ο Στέφανος Μπρης. «Όταν ο παππούς μου ήταν παιδί, ζούσε σε μια σπηλιά στους Βολάκκους ο ασκητής Χαραής. Αυτός φοέριζε τα μικρά παιδιά».

Αρχές Σεπτεμβρίου πήγαμε μαζί με τη Σταυρινή στους Βολάκκους. Ανεβαίναμε προς τον Άνω Κάμπο και συζητούσαμε. «Τρεις μήνες μέναμε εδώ. Ερχόμασταν Δεκέμβρη, 31 Μαρτίου έπρεπε να φύγουμε. Τελευταία φορά είχα πάει το 1977. Ο αδερφός μου με τον πατέρα μου πήγανε και το 1978. Μετά δεν επήγε κανένας». Η Σταυρινή δείχνει να ανυπομονεί να φθάσει στον τόπο που πέρασε μερικούς χειμώνες όταν ήταν νέα. «Σαραντατριάμιση χρόνια έχω να πάω. Ήφηα παιδάκι και θα πάω γιαγιά». «Θέλω να δω αν θα τα θυμάσαι» της είπα. «Τα θυμάμαι όλα. Πού καθόμασταν, πού κοιμόμασταν, από πού καθίζαμε πάνω στο μουλάρι. Είναι παιδικές μνήμες που δεν τις ξεχνώ».

Φθάσαμε στον Κουτρουλόπυργο και μετά από λίγο στην εμπασιά, την είσοδο του χειμαδιού. Η Σταυρινή αρχίζει να με ξεναγεί στο χώρο. «Εδώ από πάνω είναι η μάντρα των Μαθιούδηδων, εκεί είναι ο βότσος που ποτίζαμε τις αίγες, από κάτω είναι η σπηλιά που έβαζε ο καλόγερος τα κονίσματα. Την είχε σοβαντισμένη με άμμο θαλάσσης. Βλέπεις εκεί που ασπρίζει; Εκεί έπεσε ένα αστροπελέκι και μας σκότωσε δεκαέξι αίγες. Πιο κάτω, προς την Ουρά, είναι μια φλέγα».

Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε προς τη σπηλιά που έμεναν ακολουθώντας ένα αδιάβατο από σκίνους και πουρνάρια μονοπάτι. Η Σταυρινή βαδίζει με σιγουριά, μπλέκουν όμως τα μαλλιά της στα κλαδιά, το ίδιο και το σακίδιό μου. Σκύβουμε, σχεδόν σερνόμαστε στο χώμα για να περάσουμε. Μετά από λίγο βρισκόμαστε έξω από τη σπηλιά που έμεναν, εκεί που ασκήτεψε ο καλόγερος Χαραής.

Αρχές Σεπτεμβρίου πήγαμε μαζί με τη Σταυρινή στους Βολάκκους. Ανεβαίναμε προς τον Άνω Κάμπο και συζητούσαμε. «Τρεις μήνες μέναμε εδώ. Ερχόμασταν Δεκέμβρη, 31 Μαρτίου έπρεπε να φύγουμε. Τελευταία φορά είχα πάει το 1977. Ο αδερφός μου με τον πατέρα μου πήγανε και το 1978. Μετά δεν επήγε κανένας». Η Σταυρινή δείχνει να ανυπομονεί να φθάσει στον τόπο που πέρασε μερικούς χειμώνες όταν ήταν νέα. «Σαραντατριάμιση χρόνια έχω να πάω. Ήφηα παιδάκι και θα πάω γιαγιά». «Θέλω να δω αν θα τα θυμάσαι» της είπα. «Τα θυμάμαι όλα. Πού καθόμασταν, πού κοιμόμασταν, από πού καθίζαμε πάνω στο μουλάρι. Είναι παιδικές μνήμες που δεν τις ξεχνώ».

Φθάσαμε στον Κουτρουλόπυργο και μετά από λίγο στην εμπασιά, την είσοδο του χειμαδιού. Η Σταυρινή αρχίζει να με ξεναγεί στο χώρο. «Εδώ από πάνω είναι η μάντρα των Μαθιούδηδων, εκεί είναι ο βότσος που ποτίζαμε τις αίγες, από κάτω είναι η σπηλιά που έβαζε ο καλόγερος τα κονίσματα. Την είχε σοβαντισμένη με άμμο θαλάσσης. Βλέπεις εκεί που ασπρίζει; Εκεί έπεσε ένα αστροπελέκι και μας σκότωσε δεκαέξι αίγες. Πιο κάτω, προς την Ουρά, είναι μια φλέγα».

Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε προς τη σπηλιά που έμεναν ακολουθώντας ένα αδιάβατο από σκίνους και πουρνάρια μονοπάτι. Η Σταυρινή βαδίζει με σιγουριά, μπλέκουν όμως τα μαλλιά της στα κλαδιά, το ίδιο και το σακίδιό μου. Σκύβουμε, σχεδόν σερνόμαστε στο χώμα για να περάσουμε. Μετά από λίγο βρισκόμαστε έξω από τη σπηλιά που έμεναν, εκεί που ασκήτεψε ο καλόγερος Χαραής.

📷 Η σπηλιά που φύλαγε ο καλόγερος τις εικόνες του.

📷 Κουμάσι σε μαθιούδικη μάντρα.

«Εδωνά λουζόμαστε, νερό φέρναμε από το χωριό. Γενάρη μήνα και κάναμε τα παιδάκια έξω μπάνιο». Πλησιάζει στη «μάσκα της μάντρας», κοντοστέκεται και σωπαίνει για λίγο. Μπαίνει μέσα, «εδώ ήταν το πετρομάχι, εδωνά μαγειρεύαμε, εκειδά βάζαμε το κουφάκι με τα κουζινικά μας. Τέσσερα άτομα, τέσσερα πιάτα, τέσσερα πιρούνια, τέσσερα κουτάλια, ένα τσουκάλι, μια κουτάλα βαθιά, μια κουτάλα ρηχιά, αυτά ήταν όλα. Πιο μέσα κοιμόμασταν, είχαμε αστοιφίδες καταστρωμένες. Εγώ πάντα κοιμόμουνα δεξιά». Βρίσκω ένα ορθογώνιο κομμάτι ελαστικού αυτοκινήτων. «Φτωχοί ήμασταν, κόβαμε τα λάστιχα για να κάνουμε σόλες για τα παπούτσια μας» μου λέει. Είναι συγκινημένη.

Κατεβαίνουμε χαμηλότερα και φθάνουμε στη μάντρα τους. «Εδώ είναι πελαόμαντρα, εδώ η γαλαρόμαντρα, εδώ τα κουμάσια…» μου δείχνει έναν έναν τους χώρους της στάνης όπου ξεχειμώνιαζε το χιλιοκόπαδό τους. Σε μια ξερολιθιά βρίσκει ένα μικρό μπουκαλάκι που γράφει πάνω «Collogne Casse». «Πόσα χρόνια να ‘ναι μες στο ντουβάρι;» αναρωτιέται. «θα το πάρω για ενθύμιο. Μπορεί να το ‘χα αφήσει εγώ».

«Εδωνά λουζόμαστε, νερό φέρναμε από το χωριό. Γενάρη μήνα και κάναμε τα παιδάκια έξω μπάνιο». Πλησιάζει στη «μάσκα της μάντρας», κοντοστέκεται και σωπαίνει για λίγο. Μπαίνει μέσα, «εδώ ήταν το πετρομάχι, εδωνά μαγειρεύαμε, εκειδά βάζαμε το κουφάκι με τα κουζινικά μας. Τέσσερα άτομα, τέσσερα πιάτα, τέσσερα πιρούνια, τέσσερα κουτάλια, ένα τσουκάλι, μια κουτάλα βαθιά, μια κουτάλα ρηχιά, αυτά ήταν όλα. Πιο μέσα κοιμόμασταν, είχαμε αστοιφίδες καταστρωμένες. Εγώ πάντα κοιμόμουνα δεξιά». Βρίσκω ένα ορθογώνιο κομμάτι ελαστικού αυτοκινήτων. «Φτωχοί ήμασταν, κόβαμε τα λάστιχα για να κάνουμε σόλες για τα παπούτσια μας» μου λέει. Είναι συγκινημένη.

Κατεβαίνουμε χαμηλότερα και φθάνουμε στη μάντρα τους. «Εδώ είναι πελαόμαντρα, εδώ η γαλαρόμαντρα, εδώ τα κουμάσια…» μου δείχνει έναν έναν τους χώρους της στάνης όπου ξεχειμώνιαζε το χιλιοκόπαδό τους. Σε μια ξερολιθιά βρίσκει ένα μικρό μπουκαλάκι που γράφει πάνω «Collogne Casse». «Πόσα χρόνια να ‘ναι μες στο ντουβάρι;» αναρωτιέται. «θα το πάρω για ενθύμιο. Μπορεί να το ‘χα αφήσει εγώ».

Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Η Σταυρινή μπαίνει ξανά στη σπηλιά, τα μάτια της είναι υγρά. «Για σκέψου πού μένανε οι ανθρώποι. Χειμώνας καιρός, δεν είχε πόρτα, τίποτα. Κάτι κλαδιά βάζαμε, ανοιχτά ήταν, σαν που βλέπεις. Ποιος έρχεται πια να πέσει; Έρχεται άνθρωπος να πέσει πια έτσι να εδώ μέσα;» μονολογεί.

«Γιώργη, κάθε φορά που φεύγαμε απ’ το Αίπος στεναχωριόμουνα. Εδώ κάτω είχαμε μοναξιά, δεν ερχότανε κανένας να μας δει. Για παρέα μας είχαμε το φάρο του Βενέτικου. Πάντα είχα μεγάλη χαρά όταν φεύγαμε από δω. Πρώτη φορά που φεύγω και κλαίω».

Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Η Σταυρινή μπαίνει ξανά στη σπηλιά, τα μάτια της είναι υγρά. «Για σκέψου πού μένανε οι ανθρώποι. Χειμώνας καιρός, δεν είχε πόρτα, τίποτα. Κάτι κλαδιά βάζαμε, ανοιχτά ήταν, σαν που βλέπεις. Ποιος έρχεται πια να πέσει; Έρχεται άνθρωπος να πέσει πια έτσι να εδώ μέσα;» μονολογεί.

«Γιώργη, κάθε φορά που φεύγαμε απ’ το Αίπος στεναχωριόμουνα. Εδώ κάτω είχαμε μοναξιά, δεν ερχότανε κανένας να μας δει. Για παρέα μας είχαμε το φάρο του Βενέτικου. Πάντα είχα μεγάλη χαρά όταν φεύγαμε από δω. Πρώτη φορά που φεύγω και κλαίω».

ΒΟΛΑΚΚΟΙ
Οι Βολάκκοι απέχουν περίπου 2 χιλιόμετρα από το νοτιότερο σημείο της Χίου, το ακρωτήριο Ουρά ή Μάστιχο. Ένας θρύλος λέει ότι πειρατές έχουν κρύψει εκεί θησαυρό.

ΒΟΛΑΚΚΟΙ
Οι Βολάκκοι απέχουν περίπου 2 χιλιόμετρα από το νοτιότερο σημείο της Χίου, το ακρωτήριο Ουρά ή Μάστιχο. Ένας θρύλος λέει ότι πειρατές έχουν κρύψει εκεί θυσαυρό.