Το τυροβόλι και η κατσούνα

ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΛΑ
ΣΤΟΥ «ΓΚΡΟΥ ΤΗ ΜΑΝΤΡΑ»

Συναντηθήκαμε στην 7η Γιορτή Βουνού & Κτηνοτροφίας στο Πιτυός. Ο Γιάννης ήταν καλεσμένος από τον Σύλλογο Ποιμένων Χίου για να παρουσιάσει πώς έφτιαχναν παλιότερα, με βούρλα, τα τυροκάλαθα, τα παραδοσιακά πλεκτά καλαθάκια για τη μουζήθρα και άλλα τυριά. «Έλα αύριο στη μάντρα», μου είπε όταν τον χαιρέτησα, «έλα, να σου δείξω πώς γίνονται τα τυροβόλια».

Άφησα το αυτοκίνητο στην Αγία Κυριακή και περπάτησα μέχρι του «Γκρου τη μάντρα», τη στάνη που έχει ο Γιάννης Μπουλάς, εκεί όπου αρχίζει o «κόσμος των βοσκών» του Αστυφιδόλακκου. Τον βρήκα να ποτίζει τις αίγες. Όταν τελείωσε, πήγαμε στο τσαρδί του. Έφερε τα βούρλα που είχε μαζέψει από το Δελφίνι και κάθισε στο ράντζο. «Έλα εδώ να μάθεις, εκειδά εν μπορούσα να σου δείξω».

Και άλλοι μπορεί να γνωρίζουν την καλαθοπλεκτική τέχνη, αλλά ο εβδομηντάχρονος τσοπάνης, είναι ο μόνος που πραγματικά πλέκει τυροβόλια μέχρι σήμερα. «Στην ηλικία μας δεν είναι πια για να κάνουμε τέτοια. Τα αγριοκάτσικα τα πιάνα από το ποδάρι, τώρα όλα παίρνουν πίσω… Μάθε, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή. Μια μέρα θα τα γυρεύουν για ενθύμια, σαν παλιά, σαν αρχαία. Όποιος ξέρει, ένα 50άρικο θα τα πουλάει».

Προσπαθούσα ανεπιτυχώς να καταλάβω το αρχικό μπλέξιμο των βούρλων για τη βάση του καλαθιού. Πόσα είναι τα στημόνια; Ποιο είναι το γαϊτάνι; «Τα σταυρώνεις και ξεκινάς. Το γαιτάνι είναι αυτό που γυρίζει γύρω γύρω. Κώλο τον έλεγαν οι παλιοί, τώρα τον λένε πάτο και πάνω είναι τα χείλια». «Γιάννη, ποιος σου τα ‘μαθε;» τον ρώτησα. «Πιτυανοί μου τα ‘μαθαν, ένας Κριτούλης. Αλλά τούτο είναι λιθονομούσικο πλέξιμο, είναι πιο εύκολο από το πιτυανό».

Συναντηθήκαμε στην 7η Γιορτή Βουνού & Κτηνοτροφίας στο Πιτυός. Ο Γιάννης ήταν καλεσμένος από τον Σύλλογο Ποιμένων Χίου για να παρουσιάσει πώς έφτιαχναν παλιότερα, με βούρλα, τα τυροκάλαθα, τα παραδοσιακά πλεκτά καλαθάκια για τη μουζήθρα και άλλα τυριά. «Έλα αύριο στη μάντρα», μου είπε όταν τον χαιρέτησα, «έλα, να σου δείξω πώς γίνονται τα τυροβόλια».

Άφησα το αυτοκίνητο στην Αγία Κυριακή και περπάτησα μέχρι του «Γκρου τη μάντρα», τη στάνη που έχει ο Γιάννης Μπουλάς, εκεί όπου αρχίζει ο «κόσμος των βοσκών» του Αστυφιδόλακκου. Τον βρήκα να ποτίζει τις αίγες. Όταν τελείωσε, πήγαμε στο τσαρδί του. Έφερε τα βούρλα που είχε μαζέψει από το Δελφίνι και κάθισε στο ράντζο. «Έλα εδώ να μάθεις, εκειδά εν μπορούσα να σου δείξω».

Και άλλοι μπορεί να γνωρίζουν την καλαθοπλεκτική τέχνη, αλλά ο εβδομηντάχρονος τσοπάνης, είναι ο μόνος που πραγματικά πλέκει τυροβόλια μέχρι σήμερα. «Στην ηλικία μας δεν είναι πια για να κάνουμε τέτοια. Τα αγριοκάτσικα τα πιάνα από το ποδάρι, τώρα όλα παίρνουν πίσω… Μάθε, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή. Μια μέρα θα τα γυρεύουν για ενθύμια, σαν παλιά, σαν αρχαία. Όποιος ξέρει, ένα 50άρικο θα τα πουλάει».

Προσπαθούσα ανεπιτυχώς να καταλάβω το αρχικό μπλέξιμο των βούρλων για τη βάση του καλαθιού. Πόσα είναι τα στημόνια; Ποιο είναι το γαϊτάνι; «Τα σταυρώνεις και ξεκινάς. Το γαιτάνι είναι αυτό που γυρίζει γύρω γύρω. Κώλο τον έλεγαν οι παλιοί, τώρα τον λένε πάτο και πάνω είναι τα χείλια». «Γιάννη, ποιος σου τα ‘μαθε;» τον ρώτησα. «Πιτυανοί μου τα ‘μαθαν, ένας Κριτούλης. Αλλά τούτο είναι λιθονομούσικο πλέξιμο, είναι πιο εύκολο από το πιτυανό».

Φτιάχνει αριστοτεχνικά τη βάση και αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω. Η συνέχεια είναι πιο εύκολη και δεν απαιτεί μεγάλη δεξιοσύνη, οπότε μου προτείνει να δοκιμάσω. «Βάλε το χέρι σου μέσα, για να γυρίζει πάνω του. Πρέπει να κάνεις 15 γύρους για να ανέβεις. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω», με καθοδηγεί. Κάποιες στιγμές πάει καλά, κάποιες άλλες μπερδεύομαι. «Άμα το κάνεις λάθος, α το χαλάσω εγώ, έννοια σου». Φεύγει να ποτίσει — ζώα ή κηπευτικά, δεν κατάλαβα.

Επιστρέφει και επιχειρεί να το ανοίξει λίγο, γιατί το είχα κάνει στενό. «Το τελείωμα είναι πιο βολικό, γιατί είναι καμωμένο και σε πάει». «Πόση ώρα θέλεις για να φτιάξεις ένα τυροβόλι;» τον ρώτησα. «Άμα κάτσω, καμιά ώρα το ένα τυροβόλι». Πλέκει τα χείλια του τυροβολιού και πριν κουρέψει τα περισσευούμενα βούρλα και μου το χαρίσει, λέει χαμογελώντας στον Αντώνη, που στο μεταξύ είχε έρθει στη μάντρα: «Για να το βάζει μες στο σακίδιο, για να βάζει τα αυγά του μέσα».

Πήρα το τυροβόλι, τον ευχαρίστησα και έκανα να φύγω. «Κατσούνα έχεις;» μου φώναξε. «Έλα πάρε αυτή, από άγρελο είναι. Η κατσούνα είναι το όπλο του τσοπάνη». Κρατώντας στο ένα χέρι το τυροβόλι και στο άλλο την μπαστούνα, κατηφόρισα για την Αγία Κυριακή.

Γιάννη, ξέρεις κάτι; Ίσως να μην χρησιμοποιήσω ποτέ το τυροβόλι για να μεταφέρω αυγά. Όμως, όταν περάσουν τα χρόνια, την κατσούνα σου σίγουρα θα τη χρησιμοποιώ στις βόλτες μου και θα θυμάμαι εσένα, τον Αντώνη και τη Σταυρινή.

Φτιάχνει αριστοτεχνικά τη βάση και αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω. Η συνέχεια είναι πιο εύκολη και δεν απαιτεί μεγάλη δεξιοσύνη, οπότε μου προτείνει να δοκιμάσω. «Βάλε το χέρι σου μέσα, για να γυρίζει πάνω του. Πρέπει να κάνεις 15 γύρους για να ανέβεις. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω», με καθοδηγεί. Κάποιες στιγμές πάει καλά, κάποιες άλλες μπερδεύομαι. «Άμα το κάνεις λάθος, α το χαλάσω εγώ, έννοια σου». Φεύγει να ποτίσει — ζώα ή κηπευτικά, δεν κατάλαβα.

Επιστρέφει και επιχειρεί να το ανοίξει λίγο, γιατί το είχα κάνει στενό. «Το τελείωμα είναι πιο βολικό, γιατί είναι καμωμένο και σε πάει». «Πόση ώρα θέλεις για να φτιάξεις ένα τυροβόλι;» τον ρώτησα. «Άμα κάτσω, καμιά ώρα το ένα τυροβόλι». Πλέκει τα χείλια του τυροβολιού και πριν κουρέψει τα περισσευούμενα βούρλα και μου το χαρίσει, λέει χαμογελώντας στον Αντώνη, που στο μεταξύ είχε έρθει στη μάντρα: «Για να το βάζει μες στο σακίδιο, για να βάζει τα αυγά του μέσα».

Πήρα το τυροβόλι, τον ευχαρίστησα και έκανα να φύγω. «Κατσούνα έχεις;» μου φώναξε. «Έλα πάρε αυτή, από άγρελο είναι. Η κατσούνα είναι το όπλο του τσοπάνη». Κρατώντας στο ένα χέρι το τυροβόλι και στο άλλο την κατσούνα, κατηφόρισα για την Αγία Κυριακή.

Γιάννη, ξέρεις κάτι; Ίσως να μην χρησιμοποιήσω ποτέ το τυροβόλι για να μεταφέρω αυγά. Όμως, όταν περάσουν τα χρόνια, την κατσούνα σου σίγουρα θα τη χρησιμοποιώ στις βόλτες μου και θα θυμάμαι εσένα, τον Αντώνη και τη Σταυρινή.

ΤΟΥ ΓΚΡΟΥ Η ΣΤΑΛΙΣΤΡΙΑ
Το τοπωνύμιο «Του Γκρου η σταλίστρια» αναφέρεται σε κοντινή θέση, νότια της μάντρας, όπου τους θερινούς μήνες τα ζώα βρίσκουν δροσιά και αναπαύονται στη σκιά ενός πρίνου.

ΤΟΥ ΓΚΡΟΥ Η ΣΤΑΛΙΣΤΡΙΑ
Το τοπωνύμιο «Του Γκρου η σταλίστρια» αναφέρεται σε κοντινή θέση, νότια της μάντρας, όπου τους θερινούς μήνες τα ζώα βρίσκουν δροσιά και αναπαύονται στη σκιά ενός πρίνου.