«ΚΟΥΡΕΨΑΜΕ ΤΙΣ ΑΙΓΕΣ ΜΑΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΑΣ
ΝΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ, ΝΑ ΣΚΑΣΟΥΝ ΟΙ ΟΧΤΡΟΙ ΜΑΣ»
Η πεζοπορία στη Χίο είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαχρονική δραστηριότητα των τσοπάνηδων, η οποία έχει αποτυπωθεί στο τοπίο μέσα από δεκάδες μονοπάτια, αποτέλεσμα της αέναης μετακίνησης των κοπαδιών. Συχνά, κοντά τους, συναντάμε και ποικίλα ξερολιθικά κτίσματα που άλλοτε ήταν ζωτικής σημασίας για τους βοσκούς και σήμερα, παρότι ανενεργά, ομορφαίνουν τις διαδρομές μας. Η συμπάθειά μας για τους τσοπάνηδες είναι μεγάλη.
Από τους πιο αγαπητούς είναι ο Γιάννης Σκούφαλος, ο εμβληματικός σύγχρονος τσοπάνης του Αίπους, πάντα με την χαρακτηριστική «σμυρνιά» μαντήλα στο κεφάλι. Ένας ζεστός, ξύπνιος άνθρωπος, που ωστόσο κάποιες φορές μοιάζει «κλειστός», όχι από ιδιοτροπία, αλλά από σεβασμό σε έναν άγραφο κώδικα που θέλει τον κόπο και το κοπάδι να προστατεύονται από τα αδιάκριτα βλέμματα. Παλιότερα, το κάλεσμα στον κούρο στου Σκούφαλου λογιζόταν ως ξεχωριστή τιμή για τους ποιμένες. Γι’ αυτό η χαρά μου ήταν διπλή, όταν ύστερα από μια ευλογημένη συγκυρία βρέθηκα με την Μαρίζα, την κόρη μου, στη μάντρα του, στις 20 Ιουλίου 2025, και παρακολούθησα από κοντά το κούρεμα των αιγών.
Έξω από τη μάντρα στο Αίπος ήταν παρκαρισμένα γύρω στα δεκαπέντε φορτηγά. Πλησιάσαμε διστακτικά, τα σκυλιά δεν μας γνώριζαν και μας γαύγιζαν. Ο χώρος γύρω ήταν γεμάτος σακιά με ζωοτροφές, εργαλεία, μηχανήματα, δοχεία γάλακτος, δεξαμενές, ενώ ο θόρυβος από τη γεννήτρια κάλυπτε κάθε άλλο ήχο και δυσχέρενε τις συνομιλίες.
Είχα ακούσει ότι στον «κούρο στου Σκούφαλου» βοηθούν κι άλλοι τσοπάνηδες, αλλά δεν περίμενα τόσο πολύ κόσμο. Γυναίκες, παιδιά, ακόμη κι ένα μωρό λίγων μηνών, μαζί με καμιά εικοσιπενταριά κτηνοτρόφους που κουρεύαν τα αμέτρητα γίδια. Ο Γιάννης Σκούφαλος έλειπε σε κάποια δουλειά. Ο πρώτος γνωστός που συνάντησα ήταν ο Γιάννης Μπουλάς. Ήθελα να απαθανατίσω τις στιγμές. Ο Μπουλάς μου έκανε νόημα να περιμένω, συνεννοήθηκε με τον Δημήτρη, τον μικρό γιο της οικογένειας και μετά μας οδήγησε στο χώρο όπου κούρευε με ψαλίδι η αδερφή του, η Σταυρινή.
Η πεζοπορία στη Χίο είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαχρονική δραστηριότητα των τσοπάνηδων, η οποία έχει αποτυπωθεί στο τοπίο μέσα από δεκάδες μονοπάτια, αποτέλεσμα της αέναης μετακίνησης των κοπαδιών. Συχνά, κοντά τους, συναντάμε και ποικίλα ξερολιθικά κτίσματα που άλλοτε ήταν ζωτικής σημασίας για τους βοσκούς και σήμερα, παρότι ανενεργά, ομορφαίνουν τις διαδρομές μας. Η συμπάθειά μας για τους τσοπάνηδες είναι μεγάλη.
Από τους πιο αγαπητούς είναι ο Γιάννης Σκούφαλος, ο εμβληματικός σύγχρονος τσοπάνης του Αίπους, πάντα με την χαρακτηριστική «σμυρνιά» μαντήλα στο κεφάλι. Ένας ζεστός, ξύπνιος άνθρωπος, που ωστόσο κάποιες φορές μοιάζει «κλειστός», όχι από ιδιοτροπία, αλλά από σεβασμό σε έναν άγραφο κώδικα που θέλει τον κόπο και το κοπάδι να προστατεύονται από τα αδιάκριτα βλέμματα. Παλιότερα, το κάλεσμα στον κούρο στου Σκούφαλου λογιζόταν ως ξεχωριστή τιμή για τους ποιμένες. Γι’ αυτό η χαρά μου ήταν διπλή, όταν ύστερα από μια ευλογημένη συγκυρία βρέθηκα με την Μαρίζα, την κόρη μου, στη μάντρα του, στις 20 Ιουλίου 2025, και παρακολούθησα από κοντά το κούρεμα των αιγών.
Έξω από τη μάντρα στο Αίπος ήταν παρκαρισμένα γύρω στα δεκαπέντε φορτηγά. Πλησιάσαμε διστακτικά, τα σκυλιά δεν μας γνώριζαν και μας γαύγιζαν. Ο χώρος γύρω ήταν γεμάτος σακιά με ζωοτροφές, εργαλεία, μηχανήματα, δοχεία γάλακτος, δεξαμενές, ενώ ο θόρυβος από τη γεννήτρια κάλυπτε κάθε άλλο ήχο και δυσχέρενε τις συνομιλίες.
Είχα ακούσει ότι στον «κούρο στου Σκούφαλου» βοηθούν κι άλλοι τσοπάνηδες, αλλά δεν περίμενα τόσο πολύ κόσμο. Γυναίκες, παιδιά, ακόμη κι ένα μωρό λίγων μηνών, μαζί με καμιά εικοσιπενταριά κτηνοτρόφους που κουρεύαν τα αμέτρητα γίδια. Ο Γιάννης Σκούφαλος έλειπε σε κάποια δουλειά. Ο πρώτος γνωστός που συνάντησα ήταν ο Γιάννης Μπουλάς. Ήθελα να απαθανατίσω τις στιγμές. Ο Μπουλάς μου έκανε νόημα να περιμένω, συνεννοήθηκε με τον Δημήτρη, τον μικρό γιο της οικογένειας και μετά μας οδήγησε στο χώρο όπου κούρευε με ψαλίδι η αδερφή του, η Σταυρινή.

📷 O Στράτος, η Μαρία, η Σταυρινή και ο Γιάννης.
Μαζί της ήταν η φίλη της η Μαρία –οι μοναδικές γυναίκες που κούρευαν–, ο Γιάννης με καταγωγή από τη Βέσσα και ο μεγάλος γιος του Σκούφαλου, ο Στράτος, πρόεδρος τότε του Συλλόγου Ποιμένων Χίου. Τους χαιρέτησα και αυθόρμητα, σαν αδαής πρωτάρης, ρώτησα τον Στράτο: «Πόσα κατσίκια είναι;». Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση και μόνος μου έδωσα την απάντηση: «Μα, τι ρωτάω; Αυτά δεν λέγονται», αφού κάθε τέτοια αναφορά θεωρείται γρουσουζιά. «Πολύς κόσμος», σχολίασα στη Σταυρινή. «Φέτος είμαστε λίγοι. Παλιά ήμασταν εβδομήντα ψαλίδια», μου απάντησε.
Στις μέρες μας κουρεύονται συντροφικά περί τα 10 κοπάδια στο Αίπος, στο Πιτυός, στη Λαγκάδα στο Βίκι, στα Φυτά… Παλιότερα, όταν οι τσοπάνηδες ήταν περισσότεροι, αλλά τα ζώα λιγότερα, οι συντροφικές κουρές ήταν περισσότερες. Οι βρονταδούσοι τσοπάνηδες πηγαίνανε με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια στις πέτρινες μάντρες, στο Αίπος, στην Εγγύσα, στην Αμυγδαλιά και αφού «αποκουρεύανε», στήνανε ένα αυτοσχέδιο, υπαίθριο γλέντι με κατσικοπίλαφο και ένα μπουκάλι ρακί. Ένας τενεκές έδινε το ρυθμό για τα τραγούδια και τους χορούς και όταν το κέφι φούντωνε, εύχονταν τα κατσίκια του χρόνου «να πολύνουνε» και γκρέμιζαν ένα τμήμα της πετρόχτιστης μάντρας, για να ξαναχτιστεί μεγαλύτερη.
Μαζί της ήταν η φίλη της η Μαρία –οι μοναδικές γυναίκες που κούρευαν–, ο Γιάννης με καταγωγή από τη Βέσσα και ο μεγάλος γιος του Σκούφαλου, ο Στράτος, πρόεδρος τότε του Συλλόγου Ποιμένων Χίου. Τους χαιρέτησα και αυθόρμητα, σαν αδαής πρωτάρης, ρώτησα τον Στράτο: «Πόσα κατσίκια είναι;». Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση και μόνος μου έδωσα την απάντηση: «Μα, τι ρωτάω; Αυτά δεν λέγονται», αφού κάθε τέτοια αναφορά θεωρείται γρουσουζιά. «Πολύς κόσμος», σχολίασα στη Σταυρινή. «Φέτος είμαστε λίγοι. Παλιά ήμασταν εβδομήντα ψαλίδια», μου απάντησε.
Στις μέρες μας κουρεύονται συντροφικά περί τα 10 κοπάδια στο Αίπος, στο Πιτυός, στη Λαγκάδα στο Βίκι, στα Φυτά… Παλιότερα, όταν οι τσοπάνηδες ήταν περισσότεροι, αλλά τα ζώα λιγότερα, οι συντροφικές κουρές ήταν περισσότερες. Οι βρονταδούσοι τσοπάνηδες πηγαίνανε με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια στις πέτρινες μάντρες, στο Αίπος, στην Εγγύσα, στην Αμυγδαλιά και αφού «αποκουρεύανε», στήνανε ένα αυτοσχέδιο, υπαίθριο γλέντι με κατσικοπίλαφο και ένα μπουκάλι ρακί. Ένας τενεκές έδινε το ρυθμό για τα τραγούδια και τους χορούς και όταν το κέφι φούντωνε, εύχονταν τα κατσίκια του χρόνου «να πολύνουνε» και γκρέμιζαν ένα τμήμα της πετρόχτιστης μάντρας, για να ξαναχτιστεί μεγαλύτερη.

📷 Ο Γιάννης βγάζει μία αίγα για κούρεμα.
Παρατηρούσα τους χώρους της μάντρας. Σε δύο εσωτερικά «δωμάτια» είχαν συγκεντρωθεί τα κατσίκια, ενώ σε άλλα τρία, κοντά στην έξοδο, οι τσοπάνηδες κούρευαν, οι περισσότεροι με μεγάλα ψαλίδια και λίγοι με ηλεκτρικές κουρευτικές μηχανές. Στο έδαφος λάσπες και μαλλιά, στον αέρα τρίχες και έντονη μυρωδιά. Έξω, πρόβατα, γουρούνια, αλανιάρες κότες, ένας καναπές και το σπιτάκι της οικογένειας: μια αυθεντική σύγχρονη κτηνοτροφική εγκατάσταση στο Αίπος, σε όλο της το μεγαλείο.
Κατά διαστήματα, κυρίως νεαροί τσοπάνηδες έμπαιναν στα εσωτερικά δωμάτια για να οδηγήσουν τις αίγες προς τον χώρο του κουρέματος. Με φωνές και χειρονομίες έστηναν μια εντυπωσιακή «χορογραφία» για να τις κάνουν να «πάρουν μούρη» προς την έξοδο. Που και που κάποιος σκούπιζε τα μαλλιά. Σήμερα τα πετούν, παλιότερα όμως το μαλλί είχε αξία, γι’ αυτό το συγκέντρωναν και το πουλούσαν. «Φτιάχνανε τρουβάδες και κιλίμια», μου εξήγησαν, «και τα έξοδα του κούρου, τα ποτά, έβγαιναν από την τρίχα και το μαλλί».
Παρατηρούσα τους χώρους της μάντρας. Σε δύο εσωτερικά «δωμάτια» είχαν συγκεντρωθεί τα κατσίκια, ενώ σε άλλα τρία, κοντά στην έξοδο, οι τσοπάνηδες κούρευαν, οι περισσότεροι με μεγάλα ψαλίδια και λίγοι με ηλεκτρικές κουρευτικές μηχανές. Στο έδαφος λάσπες και μαλλιά, στον αέρα τρίχες και έντονη μυρωδιά. Έξω, πρόβατα, γουρούνια, αλανιάρες κότες, ένας καναπές και το σπιτάκι της οικογένειας: μια αυθεντική σύγχρονη κτηνοτροφική εγκατάσταση στο Αίπος, σε όλο της το μεγαλείο.
Κατά διαστήματα, κυρίως νεαροί τσοπάνηδες έμπαιναν στα εσωτερικά δωμάτια για να οδηγήσουν τις αίγες προς τον χώρο του κουρέματος. Με φωνές και χειρονομίες έστηναν μια εντυπωσιακή «χορογραφία» για να τις κάνουν να «πάρουν μούρη» προς την έξοδο. Που και που κάποιος σκούπιζε τα μαλλιά. Σήμερα τα πετούν, παλιότερα όμως το μαλλί είχε αξία, γι’ αυτό το συγκέντρωναν και το πουλούσαν. «Φτιάχνανε τρουβάδες και κιλίμια», μου εξήγησαν, «και τα έξοδα του κούρου, τα ποτά, έβγαιναν από την τρίχα και το μαλλί».

📷 Αλαλάζοντες τσοπάνηδες οδηγούν τις αίγες στα δωμάτια όπου γινόταν το κούρεμα.
Η δουλειά πολλή, μα το κλίμα καλό και φιλόξενο. Δεν έλειπαν τα αστεία και τα τραγούδια από τη Σταυρινή και τη Μαρία. Οι γυναίκες της οικογένειας μάς κερνούσαν νερό, αναψυκτικά και γλυκά. Όσο περνούσε η ώρα, τα διαλείμματα πλήθαιναν και η κούραση φαινόταν στα πρόσωπα και τα χέρια τους. Είχε πάει επτά κι είχαν αρχίσει από τις τρεις το μεσημέρι. «Γιάννη, έλα να μου τη δέσεις καλύτερα», είπε η Σταυρινή. «Αυτό το δέσιμο λέγεται χαβιά» μου εξήγησε ο Γιάννης.
Τα παιδιά –ο Νικόλας, η Ιωάννα και ο Μαρίνος– πότε πήγαιναν δίπλα στον Στράτο να δοκιμάσουν κι εκείνα με τα ψαλίδια, «για να μάθουν» και πότε έπαιζαν με κάποιο μικρό κατσίκι. Κάποια στιγμή, η Σταυρινή βρήκε ένα ήρεμο γίδι και φώναξε τη Μαρίζα να το κουρέψει, για να ζήσει κι εκείνη την εμπειρία. «Τώρα που έμαθες, να ’ρθεις και του χρόνου να κουρέψεις».
Η δουλειά πολλή, μα το κλίμα καλό και φιλόξενο. Δεν έλειπαν τα αστεία και τα τραγούδια από τη Σταυρινή και τη Μαρία. Οι γυναίκες της οικογένειας μάς κερνούσαν νερό, αναψυκτικά και γλυκά. Όσο περνούσε η ώρα, τα διαλείμματα πλήθαιναν και η κούραση φαινόταν στα πρόσωπα και τα χέρια τους. Είχε πάει επτά κι είχαν αρχίσει από τις τρεις το μεσημέρι. «Γιάννη, έλα να μου τη δέσεις καλύτερα», είπε η Σταυρινή. «Αυτό το δέσιμο λέγεται …».
Τα παιδιά –ο Νικόλας, η Ιωάννα και ο Μαρίνος– πότε πήγαιναν δίπλα στον Στράτο να δοκιμάσουν κι εκείνα με τα ψαλίδια, «για να μάθουν» και πότε έπαιζαν με κάποιο μικρό κατσίκι. Κάποια στιγμή, η Σταυρινή βρήκε ένα ήρεμο γίδι και φώναξε τη Μαρίζα να το κουρέψει, για να ζήσει κι εκείνη την εμπειρία. «Τώρα που έμαθες, να ’ρθεις και του χρόνου να κουρέψεις».

📷 Η Μαρίζα, υπό την επίβλεψη της Σταυρινής, κουρεύει μία γίδα.

📷 O Βασίλης σκουπίζει το κομμένο μαλλί των κατσικών.

📷 Ο Γιάννης Σκούφαλος με την κρασοψυχιά, τα γαρύφαλλα και τα σκόρδα.
Σιγά σιγά η μάντρα άδειαζε από κατσίκες. Μόνο «οι σπανές δεν θα κουρευτούν». Ο Γιάννης Σκούφαλος είχε επιστρέψει και ετοιμαζόταν για το παραδοσιακό τελετουργικό, με το οποίο ολοκληρώνεται το κούρεμα των αιγοπροβάτων. Έφερε μια γαβάθα με κρασοψυχιά, βούτηξε το χέρι του μέσα, γέμισε τη φούχτα του και τη σκόρπισε πάνω στα εναπομείναντα γίδια «για να τα ευλογήσει». Ύστερα έφερε ένα κουβά με μπουκέτα με γαρύφαλλα και σκόρδα και φώναξε τα παιδιά να τα δέσουν στο δεξί κέρατο των κατσικιών «για να μην τα πιάνει το μάτι». Είπε και στον Γιάννη Μπουλά να κάνει το ίδιο, «είναι ο μεγαλύτερος όλων μας και πρέπει να τον σεβόμαστε».
Μαζί με τον Δημήτρη άνοιξαν την πόρτα για να φύγουν τα τελευταία ζώα. «Πού πάνε τώρα;» τον ρώτησα. «Ξέρουν αυτά», απάντησε κοφτά. Στα μάτια μου φαινόταν χαρούμενος, γεμάτος βαθιά ικανοποίηση. Η δουλειά είχε γίνει και οι παραδόσεις τηρήθηκαν. Έδειξε τις βρύσες έξω από τη μάντρα και φώναξε: «Πλύνου και τραβάτε στο Φλώρι», δίνοντας το σήμα για τη λήξη μιας απαιτητικής μέρας, που ολοκληρώθηκε με επιτυχία χάρη στην αλληλεγγύη των συναδέλφων του.
Σιγά σιγά η μάντρα άδειαζε από κατσίκες. Μόνο «οι σπανές δεν θα κουρευτούν». Ο Γιάννης Σκούφαλος είχε επιστρέψει και ετοιμαζόταν για το παραδοσιακό τελετουργικό, με το οποίο ολοκληρώνεται το κούρεμα των αιγοπροβάτων. Έφερε μια γαβάθα με κρασοψυχιά, βούτηξε το χέρι του μέσα, γέμισε τη φούχτα του και τη σκόρπισε πάνω στα εναπομείναντα γίδια «για να τα ευλογήσει». Ύστερα έφερε ένα κουβά με μπουκέτα με γαρύφαλλα και σκόρδα και φώναξε τα παιδιά να τα δέσουν στο δεξί κέρατο των κατσικιών «για να μην τα πιάνει το μάτι». Είπε και στον Γιάννη Μπουλά να κάνει το ίδιο, «είναι ο μεγαλύτερος όλων μας και πρέπει να τον σεβόμαστε».
Μαζί με τον Δημήτρη άνοιξαν την πόρτα για να φύγουν τα τελευταία ζώα. «Πού πάνε τώρα;» τον ρώτησα. «Ξέρουν αυτά», απάντησε κοφτά. Στα μάτια μου φαινόταν χαρούμενος, γεμάτος βαθιά ικανοποίηση. Η δουλειά είχε γίνει και οι παραδόσεις τηρήθηκαν. Έδειξε τις βρύσες έξω από τη μάντρα και φώναξε: «Πλύνου και τραβάτε στο Φλώρι», δίνοντας το σήμα για τη λήξη μιας απαιτητικής μέρας, που ολοκληρώθηκε με επιτυχία χάρη στην αλληλεγγύη των συναδέλφων του.

📷 Ο Γιάννης Σκούφαλος ανοίγει την πόρτα για να βγουν τα κατσίκα έξω, σηματοδοτώντας της λήξη της κουράς.
Οι τσοπάνηδες μπήκαν στα φορτηγά, ανεβήκαμε κι εμείς στην καρότσα του Βασίλη και φύγαμε για το Φλώρι. Κάποιοι, πριν καθίσουν στους μεγάλους πάγκους στο προαύλιο της εκκλησιάς, μπήκαν στον Άη Γιώργη για να προσκυνήσουν. Οι γυναίκες της οικογένειας έφεραν κατσικοπίλαφο, διάφορα άλλα εδέσματα και ποτά. Μεγάλη παρέα, γύρω στα πενήντα άτομα, καθίσαμε όλοι μαζί. Η διάθεση ήταν ζεστή και καλοσυνάτη, αλλά όχι γλέντι όπως άλλες χρονιές. Κι όταν αργά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιοι τσοπάνηδες σιγοτραγούδησαν, όλα τα άσματα είχαν έναν πόνο, μια σκιά πένθους που σκέπαζε τη χαρά.
Αφιερώνεται στον Πέτρο που έφυγε νωρίς.
Οι τσοπάνηδες μπήκαν στα φορτηγά, ανεβήκαμε κι εμείς στην καρότσα του Βασίλη και φύγαμε για το Φλώρι. Κάποιοι, πριν καθίσουν στους μεγάλους πάγκους στο προαύλιο της εκκλησιάς, μπήκαν στον Άη Γιώργη για να προσκυνήσουν. Οι γυναίκες της οικογένειας έφεραν κατσικοπίλαφο, διάφορα άλλα εδέσματα και ποτά. Μεγάλη παρέα, γύρω στα πενήντα άτομα, καθίσαμε όλοι μαζί. Η διάθεση ήταν ζεστή και καλοσυνάτη, αλλά όχι γλέντι όπως άλλες χρονιές. Κι όταν αργά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιοι τσοπάνηδες σιγοτραγούδησαν, όλα τα άσματα είχαν έναν πόνο, μια σκιά πένθους που σκέπαζε τη χαρά.
Αφιερώνεται στον Πέτρο που έφυγε νωρίς.